Ας σπρωχτούμε, κι όπως πέσουμε*

Εδώ τα ΑΤΜ κλείνουν στις 10 το βράδυ. Δηλαδή όχι τα ίδια τα μηχανήματα, αλλά οι είσοδοι των προθαλάμων των τραπεζών. Στην τράπεζα της γειτονιάς μου, ο άστεγος που συνήθως κοιμάται μέσα στον ζεστό προθάλαμο με τα ΑΤΜ, είναι ξύπνιος και κάθεται δίπλα στη γυάλινη πόρτα από τη μέσα μεριά. Χτυπάω το τζάμι κι αυτός μου ανοίγει. Τραβάω λεφτά για να βγω απόψε. Αυτός μετά θα κουκουλωθεί δίπλα στο μηχάνημα που ξερνάει χαρτονομίσματα και ζέστη.

~

Σε συναντάω στο πάρτυ που μου είπες. Με τραβάς να χορέψουμε. Όλο το βράδυ χορεύουμε, από πάρτυ σε πάρτυ, σε μια εγκαταλελειμμένη αποθήκη πρώτα και μετά σε ένα ασφυκτικά γεμάτο υπόγειο. Μένουμε τελευταίοι, ιδρωμένοι και βρώμικοι.

~

Κατηφορίζουμε το πλακόστρωτο και μπαίνουμε στο γωνιακό μαγαζί για ένα τελευταίο ποτό κι ας είναι πια ξημέρωμα. Ένας που κάθεται σε σκαμπό σωριάζεται στο πάτωμα και κοιμάται. Η μπαργούμαν που πίνει τσάι, δίνει ένα σάλτο πάνω από τη μπάρα, τον σηκώνει και του λέει να φύγει. Του δείχνει την πινακίδα που γράφει “απαγορεύεται το κάμπινγκ”. Είναι αδύνατη και φοράει γυαλιά. Πιο πολύ μοιάζει με βιβλιοθηκάριο, αλλά δουλεύει εκεί μέσα ήδη μια πενταετία. Sie ist mit allen Wassern gewaschen μου λες- έχει πλυθεί με όλα τα νερά μεταφράζω σιωπηλά την παροιμία επί λέξει. Σε κοιτάω που την κοιτάς. Ασυναίσθητα κάθομαι λίγο πιο στητά. Μαλακίες, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Ξανακαμπουριάζω πάνω από τη μπύρα μου και το τασάκι.

Μιλάω με τον Μίχα. Το μισό του κρανίο μπροστά είναι ξυρισμένο. Μέσα από το δέρμα βγαίνουν καρφιά. Όπως και στα φρύδια, στα αυτιά, στα μάγουλα και τα χείλη. Έχει το πιο γλυκό χαμόγελο μέσα στο πιο βρώμικο μπαρ. Με ακούει υπομονετικά να κατακρεουργώ τη γλώσσα του. Μου απαντάει και ξαναχαμογελάει ντροπαλά. Με κοιτάς φευγαλέα με την άκρη του ματιού σου, προσπαθώντας να ακούσεις τί λέμε. Ή έτσι μου φαίνεται. Μετά γυρίζεις πλάτη.

Μας συστήνεται ο Άχμεντ χαμογελαστός. Είναι ο μοναδικός που δεν φοράει μαύρα. Μοσχοβολάει κολώνια- μια παράταιρη φρεσκάδα που κρατάει μέχρι τώρα, 8 το πρωί, που δεν την έπνιξε η τσιγαρίλα. Μου λέει ότι του θυμίζω τη μάνα του. Προσπαθώ να φανταστώ σε ποιο σημείο της γης βρίσκεται η μάνα του, και τί να κάνει τώρα. Πάει παραδίπλα, λέει και στη διπλανή ότι του θυμίζει τη μάνα του. Κάτι λένε, αυτή γελάει, της χουφτώνει τον κώλο, φιλιούνται λίγο. Και εκείνα τα δευτερόλεπτα είναι μαζί, αλλά ο καθένας ξεχωριστά. Τον παρατάει και πάει σ’ ένα τραπέζι όπου στρίβουν ένα τσιγάρο. Ο Άχμεντ στραβώνει για λίγο, παραμένει στο σκαμπό του και ανέκφραστος κοιτάει έξω από το παράθυρο.

Έξω μια καλόγρια περνάει βιαστική, λουσμένη στο φώς της ανατολής. Κουβαλάει μια θήκη από βιολοντσέλο. Μου ‘ρχεται στο μυαλό η Τζούλι Άντριους στη Μελωδία της Ευτυχίας, που ως καλόγρια στροβιλίζεται σε μια κορυφή στις φωτεινές Άλπεις, τραγουδώντας το The hills are alive with the sound of music. Γυρίζω το βλέμμα μου μέσα στο σκοτεινό μπαρ. Καμία μελωδία της ευτυχίας εδώ μέσα, μόνο χιροσίμες.

Σκέφτομαι ότι όλοι εδώ χαμογελάνε. Αλλά είναι το χαμόγελο μια λεπτή κρούστα,  που όσο ανεβαίνει ο ήλιος, ξεραίνεται, σκάει κι ανοίγει. Χαμογελάμε κι εμείς ο ένας στον άλλον- (Κρακ).

Στο τρένο της επιστροφής απέναντι μου κάθεται μία κοπέλα που επίσης επιστρέφει. Κοιμάται ακουμπισμένη στο τζάμι. Είναι πασαλειμένη από το μέηκ-απ που έχει τρέξει στο πρόσωπό της. Το καλσόν της έχει τρύπες από κάφτρες που πέφτανε όλο το βράδυ. Στην αγκαλιά κρατάει ένα ζευγάρι γόβες, ενώ στα πόδια φοράει ζεστά στρωτά παπούτσια. Κάθε λίγο και λιγάκι, όπως γέρνει περισσότερο, μία γόβα ξεφεύγει και κατρακυλάει μέσα στο βαγόνι. Χωρίς να ξυπνήσει εντελώς, σκύβει και τη μαζεύει και τις αγκαλιάζει και τις δύο σφιχτά. Μέχρι να ξαναποκοιμηθεί και να ξαναχαλαρώσει η λαβή. Τότε η γόβα ξαναπέφτει. Και την ξαναμαζεύει. Αυτό επαναλαμβάνεται μέχρι που κατεβαίνω από το τρένο. Το φαντάζομαι να συνεχίζεται, από τον έναν τερματικό σταθμό στον άλλο και πίσω. Κι αυτή η αέναη κίνηση της γόβας που κατρακυλάει και ξαναγκαλιάζεται σφιχτά από ένα μεθυσμένο μισοκοιμισμένο κορίτσι είναι ξαφνικά ό,τι πιο κατανοητό έχω δει.

Martin Kippenberger

Martin Kippenberger

(* όπως ειπώθηκε από τον Αργύρη των Nightstalker σε ξεκίνημα συναυλίας τους)

Advertisements

Leave a comment

Filed under Θραύσματα

Ο χαρτοπόλεμος

1.1.2014
Το ξύλινο πάτωμα έχει εκείνες τις παλιές, πολύ φαρδιές σανίδες. Είναι τόσο παλιές, που ο αρμός που υπήρχε μεταξύ τους έχει φαγωθεί, δημιουργώντας αυλάκια που χαρακώνουν όλο το σπίτι. Σήμερα ανακάλυψα ότι ένα αυλάκι, αυτό μπροστά από το ψυγείο, είναι πιο φαρδύ απ’ όλα τ’ άλλα. Μέσα βρήκα ξαπλωμένο ένα μικρό μολύβι ικέα κι ένα φιλτράκι. Το φιλτράκι το ρούφηξε η ηλεκτρική σκούπα. Το μολύβι το άφησα- δεν ξέρω γιατί, αλλά κάπως ταίριαζε.

Το πάτωμα τρίζει. Τρίζει σχεδόν παντού. Έχω αρχίσει και μαθαίνω τις ασφαλείς περιοχές, κι έτσι το πρωί που ξυπνάω και πάω να φτιάξω καφέ, κάνω ζιγκ ζαγκ προσπαθώντας να είμαι αθόρυβη. Ένα πρωινό παιχνίδι, ένας αλλόκοτος πρωινός χορός- δεξί πόδι εδώ, αριστερό πόδι εκεί πιο πέρα. Ένα ηχητικό ναρκοπέδιο και εγώ το έχω χαρτογραφήσει.

Έχω την εντύπωση ότι όταν ο από κάτω μαγειρεύει, ανεβαίνουν οι μυρωδιές, περνούν μέσα από τις αυλακιές του πατώματος και ξαφνικά το σπίτι μυρίζει κρεμμύδι, υποθέτω από μία πρόχειρη κρεμμυδόσουπα. Αλλά και όταν παίζει πιάνο, ανεβαίνει το moonlight sonata μέσα από τις χαραμάδες. Τότε κλείνω το ραδιόφωνο που συνήθως ακούω, τραβάω και τις κουρτίνες για να σκοτεινιάσει το δωμάτιο και κάθομαι στα ήσυχα και τον ακούω.

Σκέφτομαι ότι δεν με πειράζει που είναι σαν ζω πάνω σε μια σχάρα. Η σιλικόνη μόνωσης μας τελείωσε. Το 2014 θα είναι ωσμωτικό.

~

1.1.2014
Επιτέλους ήρθε το πιάνο.  Το ανέβασμά του στον δεύτερο όροφο ήταν εφιαλτικό. Νομίζω ότι δεν θέλω να φύγω ποτέ απ’ αυτό το σπίτι- η ιδέα ότι θα ξαναγλιστρήσει από τα χέρια ενός ανόητου μεταφορέα μου προκαλεί ίλιγγο.

Αυτές τις μέρες έχω αφήσει λίγο τα δικά μου στην άκρη και έχω σκαλώσει με την πρώτη κίνηση της σονάτας 14 του Μπετόβεν. Οι άσχετοι τη λένε σονάτα του σεληνόφωτος. Επειδή λέει σ’ έναν κριτικό θύμιζε την αντανάκλαση του φεγγαριού στη λίμνη της Λουκέρνης, πφφφ. Δεν ξέρουν, δεν θα μάθουν ποτέ. Ξανά και ξανά λοιπόν η 14, μέχρι να μου ακουστεί σωστά.

Ήρθε και καινούριος ένοικος από πάνω.  Την έχω δει μέσα από το ματάκι της πόρτας να ανεβαίνει. Ανεβαίνει καμπουριασμένη από ένα μαύρο σάκο που κουβαλάει στην πλάτη, θαρρείς ότι έχει τούβλα μέσα. Την ακούω καμμιά φορά όταν περπατάει, γιατί τρίζει το πάτωμα. Χαίρομαι όμως που δεν βάζει δύναμη στη φτέρνα για να ακουστεί γδούπος- είναι σαν να περπατάει στις μύτες. Αναρωτιέμαι αν με ακούει όταν παίζω, σίγουρα θα με ακούει. Μπορεί να χορεύει κιόλας.

Πρέπει να αρχίσω να τρώω καλύτερα, πιο υγιεινά. Έχω βαρεθεί να φτιάχνω την καταραμένη κρεμμυδόσουπα.

Το 2014 θα είναι δημιουργικό. Θα είναι υπέροχο.

~

17.2.2014
Ο Χόλγκερ κοιμάται στο κρεβάτι μου. Η Μελίνα δεν απάντησε στο μήνυμα. Ο Στράτος, ο Γιούργκεν, αλήθεια δεν ξέρω. Άνθρωποι, οι ιστορίες τους. Ποτέ δεν θα καταλάβω πραγματικά.
Ακόμη να υπογράψω το συμβόλαιο στη δουλειά.
Έκανα σκάιπ με τον πατέρα. Το σαλόνι όπως το θυμάμαι. Αυτός φορούσε το μπουφάν του.

Έχω σιχαθεί την κρεμμυδίλα που έρχεται από τον από κάτω. Κι επιτέλους παίξε κάτι άλλο. Η σονάτα του σεληνόφωτος τα κάνει όλα πολύ δραματικά.

~

17.2.2014
Έχω να βγω από το σπίτι δέκα μέρες. Πρέπει να βγω έξω, πρέπει να πλυθώ, να πάω σουπερ μάρκετ, να συνεχίσω τη δουλειά μου. Κι αυτή η γαμημένη σονάτα, κάτι της λείπει. Κάτι μου διαφεύγει.

Το πάτωμα της από πάνω που τρίζει με αποσυντονίζει. Χθες βράδυ έτριζε και το κρεβάτι. Παραλίγο να ανέβω πάνω και να αρχίσω να κοπανάω στην πόρτα της. Θυμώνω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.

~

22.3.2014
Δεν αντέχω άλλο αυτό το πιάνο. Ακούω τη μελωδία μέσα από τις ωτοασπίδες. Κλείνω τα μάτια και φαντάζομαι τα φαγωμένα νύχια του πάνω στα λευκά πλήκτρα. Σχεδόν χοροπηδάω πάνω στο πάτωμα για να με ακούσει. Πατάω τη φτέρνα με δύναμη, πάντα στα σημεία που τρίζει περισσότερο. Δεν είναι πια σπίτι μου αυτό. Είναι σκέτο σπίτι, είναι απλώς μια κατασκευή, με τοίχους, πάτωμα και ταβάνι. Θα πάω να του χτυπήσω του καριόλη, δεν αντέχω άλλο.

~

22.3.2014
Αυτή φταίει. Αυτή φταίει για όλα. Μ’ έχει καταλάβει σίγουρα, έχει καταλάβει πόσο εκνευρίζομαι, γι’ αυτό χοροπηδάει. Θα της δείξω της παλιομαλακισμένης.

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

Συναντηθήκανε στη μέση της σκάλας. Δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο που άφηνε την άνοιξη μέσα. Χωρίς να μιλήσουνε πιαστήκανε στα χέρια, κάτι σαν λαβή πάλης, κάτι σαν αγκαλιά. Αυτή έκλαιγε, αυτός ήταν κατακόκκινος. Χάσανε την ισορροπία τους. Πάνω από το πρεβάζι, πάνω από τις μικρές γλάστρες στη σειρά που το στόλιζαν, πάνω από το πιάνο, από δουλειές, από το σκάιπ, από τη μοναξιά, από τους ανθρώπους, πάνω απ’ όλα πέσανε στο κενό, σφιχταγκαλιασμένοι σε λαβή. Στα μαλλιά τους ακόμη ο χαρτοπόλεμος από την Πρωτοχρονιά.

Bruce Nauman, Punch and Judy II Birth & Life & Sex & Death. 1985.

Bruce Nauman, Punch and Judy II Birth & Life & Sex & Death. 1985.

Leave a comment

Filed under Uncategorized

Ο ήλιος, Ο Γιενς κι η Φούντα

Die Sonne. Ζόνε. Βραχύ το “ο”. Και στρογγυλό το στόμα. Έτσι μας λέει να προφέρουμε τον ήλιο ο Μπόρις, ο δάσκαλος φωνητικής. Κι εγώ κάνω εξάσκηση περπατώντας το πρωί στην Bergmannstraße. Κάθε κάθετος που συναντώ και μία λαμπερή λωρίδα φωτός. Ο ήλιος βγήκε μετά από πολλές μέρες, για λίγο, μέσα από την ομίχλη. Και σε κάθε κάθετο δρόμο, στα πεζοδρόμια, άνθρωποι αγάλματα, ακίνητοι, που απλώς στέκονται και τον κοιτάνε. Ή έχουν τα μάτια κλειστά κι απλώς τον ρουφάνε. Σαν μαγνητισμένοι, σαν συνεννοημένοι: τα χέρια χαλαρά πεσμένα στο πλάι και το κεφάλι ελαφρώς σηκωμένο.

Δρόμος σημαίνει κίνηση και ένας εντελώς ακίνητος άνθρωπος, όπως και να το κάνεις, είναι μια παραφωνία. Μου ‘ρχονται στο μυαλό τα ζόμπι στις ταινίες, που στέκονται ακίνητα μέσα στο δρόμο μέχρι να μυρίσουν το ανθρώπινο κρέας και να αφηνιάσουν. Μου ‘ρχονται στο μυαλό και κάποιοι άλλοι, κάπου μακριά πια, τα κυριακάτικα απογεύματα, που στέκονται ακίνητοι μπροστά σε μια σημαία και ένα άγημα υποστολής της.
(Παλιότερα, αν έπρεπε να δώσω τον ορισμό της θλιβερής γραφικής επαρχιακής πόλης, θα ήταν αυτή η εικόνα: οι περαστικοί σε στάση προσοχής στην πλατεία τις Κυριακές, η στρατιωτική μπάντα που παίζει τον εθνικό ύμνο, η σημαία που κατεβαίνει. Τώρα όμως, τώρα, που περαστικοί συνοδεύουν τη μπάντα τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο -σαν μαγνητισμένοι, σαν συνεννοημένοι: κεφάλι ελαφρώς σηκωμένο, χέρια σφιγμένα στο πλάι- τώρα δεν είναι απλώς θλιβερή γραφική επαρχία, είναι κάτι άλλο, κάτι αποκρουστικό.)

die Sonne

~~~~~

Ο Γιενς παίζει παιχνίδια ρόλων, RPG. Όχι στον υπολογιστή όμως, αλλά ζωντανά. Το παιχνίδι διαδραματίζεται σε κάποιο τολκινικό σύμπαν και ο ίδιος είναι ξωτικό. Έχει ένα μακρύ ξύλινο ραβδί, που συμπληρώνει την αμφίεσή του, το οποίο σκάλισε ο ίδιος. Μαζεύονται όλοι οι παίχτες σε έρημες τοποθεσίες, σε δάση ή μεσαιωνικά κάστρα σ’ ένα παιχνίδι που εξελίσσεται χρόνια. Kάποια στιγμή είχε βαρεθεί και σε μία μάχη προσπάθησε να πεθάνει, αλλά ήρθε ένας μάγος και του έδωσε ζωή. Έτσι το ξωτικό ζει ακόμη- ευτυχώς, γιατί παίζει ακόμη.
Η Φούντα από την άλλη, μια κοπέλα στη δουλειά, μας έδειχνε όλη την εβδομάδα φωτογραφίες από το ροζ φόρεμα που θα φορούσε στον αρραβώνα της. Μας έλεγε πώς θα έκανε τα μαλλιά. Και πώς θα χόρευε. Σκέφτομαι ότι και η Φούντα, χωρίς να το συνειδητοποιεί, έπαιξε ένα ζωντανό RPG το βράδυ των αρραβώνων της, στο ρόλο της πριγκήπισσας. Αντί για ραβδί, είχε μια μικρή τιάρα.

Ο Γιενς και η Φούντα είναι δύο εντελώς, πέρα για πέρα όμως, διαφορετικοί άνθρωποι. Που για λίγο όμως, για ένα βράδυ, για ένα σαββατοκύριακο, θέλησαν να γίνουν κάτι άλλο. Μου άρεσε που ο Γιενς μου έδειξε με μια ντροπαλή περηφάνια το ραβδί του. Και που η Φούντα φρόντισε ειδικά για μας, να φέρει στον χωρίς αλκοόλ μουσουλμανικό αρραβώνα της μια ρετσίνα Μαλαματίνα- γύρευε που τη βρήκε. Είναι σαν και οι δύο να μοιράστηκαν το παραμύθι τους μαζί μου, να με βάλανε λίγο μέσα σ’ αυτό το κάτι άλλο, που δεν υπάρχει, αλλά που εκεί ένιωθαν όμορφοι.

~~~~

Σκέφτομαι μετά, ότι ένα απ’ όλα τα πράγματα που είναι η φτώχεια, είναι να μην μπορείς να γίνεις τίποτε διαφορετικό, τίποτε όμορφο, ούτε για ένα βράδυ.

Verlobung

Leave a comment

Filed under Θραύσματα, phototales, tintooth photography

Σημείωση: Το ζώο πυροβολείται εδώ

slaughterhouse

Πέτυχα αυτή τη φωτογραφία, που δείχνει πώς θα ‘πρεπε να δουλεύει ένα καθαρό και σωστό σφαγείο ζώων. Τα ζώα θανατώνονται με εκείνο το ειδικό πιστόλι, αφού πρώτα περάσουν από κυκλικούς διαδρόμους που στενεύουν σταδιακά. Ο τελικός διάδρομος αγκαλιάζει στην κυριολεξία το κορμί τους, νιώθουν υποτίθεται ασφάλεια, τόση που δεν ενοχλούνται όταν τα πόδια τους χάνουν την επαφή με τη γη, με τη βοήθεια μιας ράμπας και μιας φαρδιάς κυλιόμενης δοκού κάτω από την κοιλιά τους. Στα τελευταία μέτρα ο διάδρομος γίνεται σκοτεινή καταπακτή και σχεδόν πετάνε φασκιωμένα, ανυπόμονα να βγούνε στο φως που βλέπουνε μπροστά τους. Δεν μουγκρίζουν, δεν κλαίνε, δεν χτυπιούνται. Ξεπροβάλλει πρώτα το κεφάλι και πριν το ζώο προλάβει να κοιτάξει γύρω του, πριν υποτίθεται να καταλάβει τί γίνεται, νιώθει κάτι κρύο ανάμεσα στα μάτια. Κι έτσι ήσυχα, τελειώνει.

Η Temple Grandin, η γυναίκα που σχεδίασε τα σφαγεία αυτού του τύπου, πέρασε ατελείωτες ώρες παρακολουθώντας τις κινήσεις των ζώων, τις κυκλικές τροχιές που ακολουθούσαν τα κοπάδια των μοσχαριών. Ο τελικός διάδρομος πριν τη σφαγή βασίστηκε σε κάτι που ονόμασε Hug Machine, μια συσκευή που έφτιαξε η ίδια, για τον εαυτό της, όταν ήταν φοιτήτρια, να την ηρεμεί όταν ένιωθε φόβo και άγχος.

hug machine

~

Έχει κάμποσο καιρό που αυτή η ιστορία γυρίζει μέσα στο κεφάλι μου.

Είναι γεμάτη παράδοξα. Ένας άνθρωπος κατασκεύασε μία συσκευή που θα τον αγκαλιάζει. Μπορούσε να κανονίσει πόσο σφιχτή θα ήταν η αγκαλιά και πόσο θα διαρκούσε. Καθόταν εκεί μέσα και ηρεμούσε. Στη συνέχεια αυτός ο άνθρωπος άρχισε να κατασκευάζει σφαγεία.

Και έφτιαξε σφαγεία με “ανθρώπινες συνθήκες θανάτωσης”. Ο όρος από μόνος του είναι αντιφατικός. Η μείωση του άγχους πριν. Η αγκαλιά πριν. Να δίνεις ελπίδα στο ζώο δείχνοντάς του το φως μπροστά, μόνο και μόνο για να του αφαιρέσεις τη ζωή μετά στα ήσυχα. Μου θυμίζει μια σκηνή από μία πολεμική ταινία, όπου κατά τη διάρκεια μιας μάχης, ένας στρατιώτης μαχαιρώνει έναν άλλον στην καρδιά, κι όσο προχωράει η λεπίδα τον καθησυχάζει, “σσσσ, μη φοβάσαι, σσσσ”, μέχρι ο άλλος να πάψει να κουνιέται.

~

Αν το σφαγείο είναι ένα παράδειγμα προβολής και η σκηνή της πολεμικής ταινίας ένα παράδειγμα υπερβολής, η αλήθεια είναι ότι μπορούμε να είμαστε δύο πράγματα ταυτόχρονα. Σκληροί και συμπονετικοί. Σφαγείς και σφαγιασθέντες.

Αυτές οι αντιφάσεις μας με παιδεύουν καμμιά φορά.

Comments Off on Σημείωση: Το ζώο πυροβολείται εδώ

Filed under αντιφάσεις, violence! violence!

Ντρέπομαι

Ένα τσούρμο φοιτητών, θα ήταν περίπου 20 χρονών, περπατούσε στο διάδρομο του 7ου ορόφου του νοσοκομείου. Μπροστά ο καθηγητής, πίσω αυτά ακολουθούσανε. Σταθήκανε μπροστά στην πόρτα ενός θαλάμου. Κάτι τους είπανε, τους δώσανε μάσκες και μπήκανε.

Στο μοναδικό κατειλημμένο κρεββάτι, μία γυναίκα. Σκεπασμένη με ένα σεντόνι ως το λαιμό, μόνο το κεφάλι και τα χέρια έξω απ’ αυτό. Διάσπαρτες στο δέρμα της, οι χαρακτηριστικές σκουροκόκκινες κηλίδες των ανθρώπων που νοσούν από AIDS. Όση ώρα ο καθηγητής τις έδειχνε στους φοιτητές, αυτή κοιτούσε έξω από το παράθυρο.

Δεν ήξερε καν τί ήταν ο HIV. Δεν ήξερε καν γιατί ήταν εκεί. Δεν ήξερε καν γιατί το σώμα της έκανε αυτά που έκανε. Ήταν από ένα ορεινό χωριό ενός μεγάλου νησιού. Μία φορά στη ζωή της είχε κάνει σεξ με έναν επισκέπτη του νησιού. Τώρα δεν είχε κανέναν δίπλα της. Την είχε παρατήσει η οικογένειά της, εκεί στον έβδομο όροφο, να κοιτάει έξω από το παράθυρο και να αναρωτιέται.

Ξεσκεπάσου, της είπε ο καθηγητής. Αυτή έσφιξε το σεντόνι ακόμη περισσότερο. Ξεσκεπάσου, της είπε πιο δυνατά, πιο άγρια. Άρχισε να κλαίει σιγανά και κουκουλώθηκε ακόμη περισσότερο. Ο καθηγητής τότε, έπιασε το σεντόνι νευριασμένος και της το τράβηξε δυνατά, αποκαλύπτοντας ένα γυμνό κορμί, γεμάτο με κοκκινάδια. Ντρέπομαι, έλεγε αυτή κι έκλαιγε με λυγμούς πια. Ντρέπομαι, είμαι γυμνή, με βλέπουν, και με τα χέρια της προσπαθούσε να καλύψει το στήθος της και το μουνί της. Άνοιξε τα πόδια σου, της είπε κοφτά. Ντρέπομαι, ξανά και ξανά. Παραδόθηκε όμως τελικά, μέσα στα ακατάσχετα αναφιλητά, παραδόθηκε στο γαντοφορεμένο χέρι, που της σήκωσε βίαια το ένα πόδι, για να αποκαλύψει μια τεράστια κόκκινη πληγή εκεί ανάμεσα.

Οι φοιτητές είχαν βουβαθεί. Μερικοί είχαν πισωπατήσει προς την πόρτα. Κανά δυο είχαν βουρκώσει. Κανένας όμως δεν μίλησε.

~

Είναι μερικοί άνθρωποι που κουβαλούν τη ντροπή του κόσμου όλου. Κουβαλούν ακόμη και τη ντροπή αυτών που δεν έχουν ντροπή.
Και είναι και μερικοί άλλοι, που δεν θα καταλάβουν ποτέ τί σημαίνει αξιοπρέπεια. Γιατί οι ίδιοι, δεν έχουν.

(Με αφορμή την απόφαση του Α. Γεωργιάδη να επαναφέρει την υγειονομική διάταξη του Α. Λοβέρδου για τις οροθετικές ιερόδουλες.)

7 Comments

Filed under Θραύσματα, violence! violence!

Η μπάλα

λιβάδι

όταν είσαι καταθλιπτικός μαλάκας, πας στα λιβάδια να δεις τα λουλούδια και σίγουρα πέφτεις πάνω σ’ ένα κρανίο. αντί λοιπόν να μυρίζεις τα λουλούδια, παρατηρείς το κρανίο,

γλειμμένο καθαρό
άσπρο
γυαλίζει στον ήλιο
(ναι, θα πεθάνουμε όλοι)

αν σε είχα εκεί όταν τράβηξα τη φωτογραφία, θα κάναμε το κρανίο μπάλα και θα το κλωτσούσαμε ο ένας στον άλλον. μετά θα γαμιόμασταν δίπλα του.
στο τέλος θα σε άφηνα

γλειμμένο καθαρό
ενώ η άσπρη μου κοιλιά
θα ήταν αυτή που θα γυάλιζε στον ήλιο.

5 Comments

Filed under phototales, tintooth photography

Οι Σκιάποδες

skiapodes3

Οι Σκιάποδες έχουν ένα και μοναδικό πόδι.  Είναι χοντρό και μεγάλο και στην άκρη το συνοδεύει μια υπερμεγέθης πατούσα.

Όταν ο ήλιος είναι πολύ δυνατός και καίει, ξαπλώνουν στην πλάτη τους, σηκώνουν το πόδι και κρύβονται κάτω απο τη σκιά του πραγματικά τεράστιου ποδιού τους.

Οι παραλίες που παραθερίζουν οι Σκιάποδες πρέπει να είναι πολύ όμορφες, χωρίς τον οπτικό θόρυβο που δημιουργούν οι ομπρέλες με τα έντονα πλαστικά χρώματα ή τα διαφημιστικά λογότυπα. Μια ακτή γεμάτη με σηκωμένα πόδια, σαν να κάνανε αερόμπικ και να μείνανε στη μέση της άσκησης.

Μερικές φορές νιώθω κι εγώ Σκιάποδας, κι ας έχω δύο πόδια. Να ας πούμε όταν διαβάζω ή βλέπω πράγματα στο Ίντερνετ, μου ‘ρχεται να σηκώσω το πόδι μου και να κρύψω την οθόνη ή να κρυφτώ εγώ απ’ αυτή.  Ή για παράδειγμα τις προάλλες που ήρθε στη δουλειά μία άγνωστη και μου είπε μόνο τη λέξη πεινάω,  ήθελα να ξανασηκώσω το πόδι και να μας χωρέσω και τους δύο από κάτω.

Μια μέρα εκείνος γύρισε σπίτι και με βρήκε πάλι κάτω από την πατούσα. Με ρώτησε γιατί και του απάντησα ότι έχω άγχος.  “Πφφ, αθώα μικροαστή, παίζεις το παιχνίδι με τους κανόνες για να μπορείς μετά να αγχώνεσαι και να αγανακτάς με την ησυχία σου κάτω από το βρωμόποδο, όταν μαθαίνεις πως το παιχνίδι δεν είναι δίκαιο” μου είπε κι έφυγε. Ντράπηκα και ταυτόχρονα ήθελα να του χώσω το πόδι στον κώλο.

Αλλά από κείνη τη μέρα το σιχαίνομαι το πόδι μου.
Διάολε, τί να το κάνω δεν ξέρω.

skiapodes1

skiapodes2

2 Comments

Filed under αντιφάσεις